Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

"Σούπερ Μάρκετ" της Κατερίνας Μαλακατέ



 επιμέλεια Βιβή Γεωργαντοπούλου*

                                                          lesxianagnosisdegas@gmail.com

Pablo Picasso Les Femme d’Alger”,1955



 Σούπερ Μάρκετ

Περίμενε υπομονετικά να έρθει η σειρά της στο ταμείο. Είχε αδειάσει το κεφάλι της από σκέψεις κι είχε συγκεντρωθεί σε αυτήν την απαιτητική δουλειά, να βγάλει τα ψώνια από το καρότσι, να τα τοποθετήσει στον κυλιόμενο πάγκο, να τα περάσει η ταμίας από το ειδικό μηχάνημα, να τα βάλει σε σακούλες κατά είδος- τα τρόφιμα μαζί, του ψυγείου μαζί, τα καθαριστικά του σπιτιού, τα είδη της δικής τους καθαριότητας, μαζί- συγκεντρωμένα  έτσι όπως θα μπουν τακτικά μετά στα ράφια· να μην γίνει κανένα λάθος. Δεν θα άντεχε τις φωνές του αν έβρισκε τίποτα παράταιρο.
Ο μεγαλύτερος της φόβος ήταν μήπως ξεκινήσει η κοπέλα στοΑ ταμείο να την βοηθά να βάλει τα πράγματα στις τσάντες. Τότε έπρεπε να σταθεί σε μιαν άκρη του διαδρόμου και διακριτικά να τις κοιτάξει μία μία, να επανατοποθετήσει τα ψώνια όπως τους πρέπει, να σιαχτεί κι αυτή κι έπειτα να πάρει τον δρόμο για το σπίτι. Μερικές φορές, όταν ήξερε πως δεν θα είναι εκείνος εκεί έπαιρνε το καρότσι μαζί και το άφηνε έπειτα στην γωνία στην κολώνα. Τον άκουγε που μουρμούριζε καθώς έστριβε με το αυτοκίνητο στην γωνία για τον αχαΐρευτο που το παράτησε εκεί. Άλλες μέρες, σαν την σημερινή, που αυτός την περίμενε για να βάλουν τα τρόφιμα στα ντουλάπια μαζί- τα καθαριστικά δεν τα πλησίαζε- δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Ζαλώθηκε τις σακούλες, ένιωσε την μέση της να διαμαρτύρεται αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος και τράβηξε για το σπιτικό τους.
Ήταν μια κουκλίστικη μονοκατοικία του παλιού καιρού. Από έξω ήταν εντελώς παρατημένη, πάντα έλεγε εκείνος πως θα στρωθεί να φτιάξει τον κήπο, σχεδόν ποτέ δεν το επιχείρησε. Από μέσα την διατηρούσαν σε στρατιωτική πειθαρχία. Σκέφτηκε πως όταν ήτανε παιδιά πάντα το φοβόντουσαν αυτό το σπίτι, αν έπεφτε κατά τύχη η μπάλα τους στον αυλόγυρο δεν την έβρισκαν ποτέ. Φαινόταν ακατοίκητο και σιωπηλό και κανείς δεν είχε τον κουράγιο να σκαρφαλώσει τον ψηλό φράχτη για μια μπάλα.
Πέρασε με ανακούφιση τον βράχο στην μέση της αυλής. Μέσα σε αυτήν την ξεραΐλα σηματοδοτούσε πως έφτασε σπίτι. Παράτησε χάμω ξέπνοη τις σακούλες, μέχρι να βρει τα κλειδιά της. Ήταν σκυμμένη όταν άνοιξε η πόρτα. «Τι κάνεις εκεί Χριστιανή μου; Γιατί είναι τα αυγά πάνω στο μάρμαρο;», της είπε. Ήταν στις καλές του, ευτυχώς. Ψέλλισε μια δικαιολογία, ζαλώθηκε πάλι τις σακούλες, τις άφησε με προσοχή εκεί που έπρεπε. Τα καθαριστικά στο πάτωμα, τα τρόφιμα στο τραπέζι.
Άρχισαν οι δυο τους μεθοδικά να  τις αδειάζουν τις σακούλες. Είχαν σύστημα, όπως όλα τα ζευγάρια που ζουν χρόνια μαζί. Κινήθηκαν ο ένας κυκλικά γύρω από τον άλλον, συμφώνησαν με μια ματιά πού θα έμπαινε το πακέτο με την καινούργια γεύση τορτελίνια. Έπειτα τελείωσαν κι εκείνος κάθισε στον καναπέ. Άνοιξε την τηλεόραση και χάθηκε μέσα στην οθόνη για το μισό απόγευμα.
Εκείνη στάθηκε ως συνήθως στο παράθυρο.  Ατένιζε εκείνον τον βράχο στο μέσο της αυλής. Θυμήθηκε. Τότε που τα άλλα παιδιά την έδεσαν εκεί. Εκείνος πρωτοστατούσε. Της φώναζαν ρυθμικά «Είσαι φυτό, είσαι φυτό. Θα σε φυτέψουμε». Ήταν μια παρέα αγοριών, που την κυνηγούσε συστηματικά. Δεν θυμόταν καν πότε άρχισε το κυνήγι. Την έβαζαν στην μέση, στην αρχή μονάχα την εξευτέλιζαν στα διαλείμματα και στον δρόμο για το σχολείο. Μετά άρχισαν να της την στήνουν σε πιο απόμερα μέρη. Πότε έγινε σωματικό ούτε που το κατάλαβε. Κανείς δεν ρωτούσε για τις μελανιές της. Μια φορά που την χαράκωσαν μόνο, ρώτησε η μάνα της. Της είπε πως έπεσε και γρατζουνίστηκε.
Την θυμάται εκείνη την μέρα στον βράχο στη μέση της αυλής και την νύχτα, την θυμάται την δίψα και την πείνα και που κατουρήθηκε επάνω της θυμάται, και που μετάνιωσε έπειτα γιατί δεν μάζεψε το κάτουρο να το πιεί, το πόσο πόναγε η πλάτη της, δεμένη εκεί στο λιοπύρι στην αρχή, πάνω στο βράχο, όσο έπεφτε το δειλινό κάπως μαλάκωνε η ντροπή της, κανείς δεν την έβλεπε εδώ, πάνω στο βράχο, κανείς δεν θα την άκουγε, κανείς δεν τολμούσε να πηδήξει τον ψηλό φράχτη, να φέρει την μπάλα, να φέρει εκείνη, να λύσει εκείνη, να λυθεί, να αφεθεί, να την αφήσουν ελεύθερη, θυμάται πως έβαλε τα κλάματα και δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει, κανείς να την κάνει να φύγει από αυτόν τον βράχο, αυτός ο βράχος ήταν δικός της, είχε γεννηθεί πάνω του και όσο έπεφτε η νύχτα θα χωνόταν μέσα του και δεν θα υπήρχε, θα ανακουφιζόταν πια στην αγκαλιά της μη ύπαρξης, στην ευτυχία να μην πρέπει να είσαι, να μην είσαι αυτό που κανένας δεν θέλει, να μην είσαι τίποτα, τον αγάπησε τον βράχο, μες στην νύχτα, έτσι ξαφνικά, καθώς κοιμόταν πάνω του, κι έπειτα πεταγόταν από τον πόνο και όταν ξανακατουρήθηκε της είχε περάσει η πείνα και η δίψα και δεν το μάζεψε το κάτουρο, ούτε ήθελε πια, δεν ήθελε τίποτα, δεν είχε μείνει ίχνος από θέλω, ούτε ήθελε να την λύσουν, δεν ήθελε.
Όταν το πρωί ήρθε εκείνος να την λύσει, δεν ήθελε. Αυτός την άφησε μες στην μέση του κήπου χαζογελώντας, αυτή πήρε το δρόμο για το σπίτι. Είχε να αντιμετωπίσει την μάνα της, να βρει τι θα της έλεγε που ξενύχτησε έξω. Τελικά τα είπε όλα στην μάνα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Κι εκείνη θύμωσε, έγινε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Με την ανικανότητά της, την αδυναμία της, την ανημποριά της. «Μόνο τους αδύναμους ανθρώπους δεν ανέχομαι», της είπε. «Και τους χοντρούς».
«Πότε επιτέλους θα κάνεις κάτι με τον κήπο; Δεν τον θέλω εκείνον τον βράχο στην μέση, στο είπα». Εκείνος στην αρχή φάνηκε πως δεν άκουσε, παρακολουθούσε ειδήσεις. Έπειτα γύρισε αργά. «Μου αρέσει ο βράχος στην αυλή», της είπε. «Μου θυμίζει τα νιάτα μας».

                                                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



Η Κατερίνα Μαλακατέ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε στην Φαρμακευτική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ολοκλήρωσε και τις μεταπτυχιακές σπουδές της. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει», ενώ διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε αρκετά συλλογικά έργα. Είναι συνιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου-καφέ Booktalks. Από το 2009 διατηρεί το λογοτεχνικό ιστολόγιο «Διαβάζοντας» (diavazontas.blogspot.gr).




*Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκlesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου